Πρότυπα του βουλγαρικού μουσικού πολιτισμού

О Παρασκέβ Χατζίεφ και η παραμυθένια «Μια φορά και έναν καιρό»

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2025, 06:10

Παρασκέβ Χατζίεφ - "Μια φορά και έναν καιρό"

Παρασκέβ Χατζίεφ - "Μια φορά και έναν καιρό"

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: parashkevhadjiev.eu

Μέγεθος γραμματοσειράς

Συχνά αποκαλούν τον αναγνωρισμένο από όλους ως κλασικό της βουλγαρικής όπερας Παρασκέβ Χατζίεφ (1912-1992) τον «Βούλγαρο Βέρντι» και τον «Βούλγαρο Πουτσίνι».  Είναι ο πιο παραγωγικός συνθέτης μουσικοθεατρικών έργων και έχει αφήσει για τις γενιές 21 όπερες, έξι οπερέτες, τρία μιούζικαλ και ένα μπαλέτο. Όλα αυτά ανεβάστηκαν πάνω από 150 φορές σε σκηνές στη Βουλγαρία, καθώς και σε τουλάχιστον 10 ευρωπαϊκές χώρες – τη Ρωσία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, την Τσεχία, τη Γερμανία, το Βέλγιο…


Παρασκέβ Χατζίεφ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ubc-bg.com

«Δημιουργός με ταλέντο, πλούσια φαντασία, τεράστια κουλτούρα και αξιοθαύμαστη εργατικότητα», σύμφωνα με τον διακεκριμένο μουσικολόγο μας Λιουμπομίρ Σαγκάεφ. Ο Χατζίεφ έχει τεράστια συμβολή στον βουλγαρικό μουσικό πολιτισμό.Τα λιμπρέτο των πιο δημοφιλών έργων όπερας του Παρασκέβ Χατζίεφ είναι γραμμένα πάνω σε γνωστές λογοτεχνικές δημιουργίες. Η μουσική του γλώσσα είναι σαφής και προσιτή, η σκηνική δράση – εντατική και εκφραστική, αλλά πάνω από όλα βρίσκεται το τυπικό για τον ίδιο μελωδικό σύστημα – πλαστικό και ανεπανάληπτο με την ομορφιά του, δημιουργημένο με άριστη γνώση της ανθρώπινης φωνής. Στις 11 Απριλίου 1957 στο Μουσικό θέατρο της Σόφιας πραγματοποιείται η πρεμιέρα της πρώτης του όπερας – «Μια φορά και έναν καιρό» βάσει του κωμικού-παραμυθένιου λιμπρέτο του Πάβελ Σπάσοφ. Αυτή η πρεμιέρα έρχεται ολόκληρα 5 χρόνια μετά την πρώτη του όπερα «Ντελιάνα», η οποία δέχτηκε σκληρές κριτικές και οι παρουσιάσεις της διακόπηκαν παρά το εξαιρετικό ενδιαφέρον του κοινού κατά τις πρώτες 12 παραστάσεις της. Η αιτία είναι όχι η μουσική, αλλά το λιμπρέτο και οι ίντριγκες στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας. Η επίσημη εφημερίδα «Ραμπότνιτσεσκο Ντέλο» δημοσιεύει οργισμένο άρθρο με τίτλο «Επιβλαβές έργο», στο οποίο η οπερέτα κατακεραυνώνεται. Τρία χρόνια μετά τη «Ντελιάνα» ανεβαίνει στη σκηνή του Μουσικού Θεάτρου η δεύτερη οπερέτα του – η λυρική «Άικα», που κέρδισε δίκαιη επιτυχία. Ενθαρρυμένος, ο συνθέτης δημιουργεί την πρώτη του όπερα. Ελκυστική και προσιτή, αυτή κερδίζει δημοτικότητα και στις επόμενες δύο δεκαετίες παρουσιάζεται σε όλες τις βουλγαρικές μουσικές σκηνές – στη Σόφια, το Πλόβντιβ, τη Βάρνα, το Ρούσε, τη Στάρα Ζαγκόρα, το Σλίβεν, το Μπουργκάς, το Πάζαρτζικ και το Βελίκο Τάρνοβο. Στις 30 Οκτωβρίου 1960 πραγματοποιείται η πρεμιέρα της στο θέατρο «Φρίντριχ Βολφ» (σήμερα Landestheater Neustrelitz) στο Νόυστρελιτς, σε μια παραγωγή αποκλειστικά από γερμανική ομάδα.



Ο Χατζίεφ στη σκηνή

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Προσωπικό αρχείο της Λιουντμίλα Χατζίεβα

Το «Μια φορά κι έναν καιρό» αφηγείται την ιστορία της όμορφης Καλίνα, την οποία ζητά σε γάμο ο Ραντόικο, που ζει «από εννιά χωριά στο δέκατο». Ο πατέρας της συμφωνεί, αλλά η μητέρα της όχι και ορκίζει την κόρη της να σωπάσει μπροστά σε όλους, ακόμη και στον άντρα της – για ολόκληρα εννέα χρόνια. Μετά τον γάμο, ο Ραντόικο, που αγαπά πολύ τη γυναίκα του, προσπαθεί μάταια να τη «θεραπεύσει» με τη βοήθεια διάφορων θεραπευτών. σΤην τέταρτη πράξη φθάνει στο χωριό το θρυλικό λαϊκό δίδυμο – ο Πονηρός Πέταρ και ο Ναστραντίν Χότζα. Οι δυο τους βάζουν στοίχημα ποιος θα λύσει το πρόβλημα της «βουβής» Καλίνα και, αφού ο χότζας αποτυγχάνει με τα ξόρκια του, ο Πονηρός Πέταρ δηλώνει ότι ο μόνος τρόπος είναι ο Ραντόικο να πάρει άλλη γυναίκα. Και τότε, τρομαγμένη πως θα χάσει τον αγαπημένο της, η Καλίνα ξεχνά τον όρκο και μιλά. Στην άρια από το φινάλε της δεύτερης πράξης η άτυχη νέα γυναίκα ξεσπά τον πόνο της. Η άρια είναι ένα εξαιρετικό tour de force του συνθέτη, που γνωρίζει άριστα τις δυνατότητες του σοπράνο κολορατούσας. 

Τιμητική πλάκα του καθηγητή Χατζίεφ μπροστά από το σπίτι του

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: wikiwand.com

Η έντονη μελωδικότητα, χρωματισμένη με βουλγαρικό λαϊκό ύφος, η επιδέξια δόμηση, η εντυπωσιακή ενορχήστρωση και τα δεξιοτεχνικά περάσματα μετατρέπουν την άρια της Καλίνα σε αγαπημένο συναυλιακό νούμερο πολλών βουλγαρικών σοπράνο. Η πιο πειστική ερμηνεία της είναι αυτή της περίφημης σολίστ της Όπερας της Σόφιας Ελένα Στογιάνοβα με τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βουλγαρικής Εθνικής Ραδιοφωνίας και τον μαέστρο Ρουσλάν Ράιτσεφ – ηχογράφηση του 1988.

Στη δημοσίευση εργάστηκε / εργάστηκαν: Σβετλανα Τόντοροβα-Γκέργκοβα