Συγγραφέας:
Ελένα Καρκαλάνοβα
Ειδήσεις
Βουλγαρική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα
«Η σλαβολογία στην Ελλάδα ξεκινά από έναν Βούλγαρο», μας λέει ο διδάσκων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γκέντσο Μπάνεφ
Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026 06:05
Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2026, 06:05
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Facebook/Guentcho Banev
Μέγεθος γραμματοσειράς
Στις ακαδημαϊκές αίθουσες του Πανεπιστημίου Αθηνών, η εκμάθηση της βουλγαρικής γλώσσας συχνά ξεκινά ως μια πράξη «τρέλας» – μια παράλογη και βαθιά συναισθηματική επιλογή. Σήμερα, περισσότερο από μία δεκαετία μετά την επαναλειτουργία της Έδρας Βουλγαρικής Γλώσσας, αποτελεί ένα ισχυρό εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας – μαθαίνουμε από τον διδάσκοντα βουλγαρικής γλώσσας και λογοτεχνίας Γκέντσο Μπάνεφ.
Σε συνέντευξή του στη Βουλγαρική Εθνική Ραδιοφωνία, ανέφερε ότι η ιστορία της σύγχρονης διδασκαλίας της βουλγαρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ξεκινά περίπου το 2010, στο πλαίσιο του Τμήματος Ρωσικής Λογοτεχνίας, Φιλολογίας και Σλαβικών σπουδών. Η γλώσσα μας διδάσκεται ως δεύτερη προαιρετική σλαβική γλώσσα, μαζί με τα πολωνικά και τα σερβικά, ενώ το ενδιαφέρον για τη βουλγαρική παραμένει σταθερό και αυτή τη στιγμή την παρακολουθούν ενεργά περισσότεροι από 30 φοιτητές. Παρόλο που το πρόγραμμα περιορίζεται σε 3 ώρες εβδομαδιαίως, με τις οποίες επιτυγχάνεται επίπεδο γνώσης Β1, οιφοιτητές με μεγαλύτερο κίνητρο συνεχίζουν με επιπλέον μαθήματα, φτάνοντας στο επαγγελματικό επίπεδο C2, που τους επιτρέπει να εργαστούν ως μεταφραστές, διδάσκοντες και ξεναγοί.
Γκέντσο Μπάνεφ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ελένα Καρκαλάνοβα
Γιατί ένας νεαρός Έλληνας θα επέλεγε τη βουλγαρική γλώσσα;
Σύμφωνα με τον Γκέντσο Μπάνεφ, τα κίνητρα ποικίλλουν από καθαρά πρακτικά, που συνδέονται με τις δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης, έως βαθιά προσωπικά. Για τον ίδιο, όμως, το σημαντικότερο είναι το συναίσθημα με το οποίο οι φοιτητές μένουν μετά την επαφή τους με τη γλώσσα.
«Θα έλεγα ότι ο καθένας από αυτούς είναι πρέσβης της Βουλγαρίας στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης της γλώσσας. Γιατί το αν ένας φοιτητής θα μάθει καλά ή πολύ καλά βουλγαρικά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, αλλά αυτό που προσπαθώ να πετύχω είναι να δημιουργήσω μέσα τους ένα ζεστό συναίσθημα για τη χώρα, για τη γλώσσα και για τους ανθρώπους. Και με αυτόν τον τρόπο, ακόμη κι αν δεν μάθουν πολύ καλά βουλγαρικά, μεταφέρουν ένα μέρος αυτής της αγάπης που μοιραζόμαστε. Έτσι, ο καθένας με κάποιον τρόπο είναι πρέσβης».
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ελένα Καρκαλάνοβα
Η έδρα ως πολιτιστικός θεσμός
Σε συνθήκες απουσίας επίσημου Βουλγαρικού Πολιτιστικού Ινστιτούτου στην Αθήναη Έδρα Βουλγαρικής Γλώσσας αναλαμβάνει σε κάποιο βαθμό τις λειτουργίες του – γίνεται χώρος εκδηλώσεων με Βούλγαρους συγγραφείς, αλλά παράλληλα αναπτύσσει και ερευνητικά προγράμματα που αποκαλύπτουν απρόσμενες ιστορικές σχέσεις.
«Όχι μόνο η Βουλγαρία δεν έχει πολιτιστικό ινστιτούτο στην Ελλάδα, αλλά ούτε και η Ελλάδα έχει στη Βουλγαρία. Γιατί οι βαλκανικές χώρες δεν έχουμε ανταλλαγή πολιτιστικών κέντρων – οι λόγοι γι’ αυτό είναι πολλοί, από τα στερεότυπα έως τεχνικούς παράγοντες. Φυσικά, σε κάθε πρεσβεία υπάρχει τμήμα που ασχολείται με τον πολιτισμό, πολιτιστικός ακόλουθος – είναι πολύ δραστήριοι επαγγελματίες διπλωμάτες. Ο πλούτος και το εύρος των πολιτιστικών σχέσεων είναι τόσο μεγάλο, ώστε πραγματικά το λεκτοράτο θα έπρεπε να ασχολείται με αυτή τη δραστηριότητα και εγώ το κάνω ενεργά, προσπαθώντας να έρθω σε επαφή με τους θεσμούς και τους ανθρώπους της. Αυτός είναι ο τρόπος μας να ασκούμε πραγματική πολιτιστική διπλωματία επί τόπου. Προσκαλούμε Βούλγαρους συγγραφείς, διοργανώνουμε εκδηλώσεις με τη βουλγαρική κοινότητα, τα βουλγαρικά κυριακάτικα σχολεία και συμμετέχουμε σε προγράμματα όπως οι “Ανείπωτες ιστορίες των Βουλγάρων” του βουλγαρικού Υπουργείου Παιδείας και Επιστημών» – αναφέρει ο Γκέντσο Μπάνεφ.
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις των φοιτητών βουλγαρικών σπουδών, στο πλαίσιο κοινού προγράμματος με το βουλγαρικό κυριακάτικο σχολείο στην Αθήνα, αφιερωμένου στον διπλωμάτη Ντιμίταρ Σισμάνοφ, είναι το γεγονός ότι η σλαβολογία στην Ελλάδα στην πραγματικότητα ξεκινά από έναν Βούλγαρο – τον Στέφαν Γκέτσεφ, ο οποίος τη δεκαετία του 1930 ήταν νεαρός διπλωμάτης και μεταφραστής στη βουλγαρική πρεσβεία στην ελληνική πρωτεύουσα. Με εντολή του τότε Βούλγαρου πληρεξούσιου υπουργού στην Αθήνα, Ντιμίταρ Σισμάνοφ, εγγράφηκε σε μάθημα βυζαντινής φιλολογίας. Ο γνωστός καθηγητής Νίκος Βέης διέκρινε σε αυτόν τον νεαρό φοιτητή μεγάλο δυναμικό και του πρότεινε να διδάσκει στους συμφοιτητές του παλαιοσλαβική φιλολογία.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ελένα Καρκαλάνοβα
«Έτσι ο Στέφαν Γκέτσεφ ξεκινά ένα ανεπίσημο μάθημα σλαβολογίας, με αποτέλεσμα να έχουμε αρκετούς Έλληνες σλαβολόγους.
Παρά τη συρρίκνωση των ανθρωπιστικών επιστημών παγκοσμίως, το ενδιαφέρον για τις βουλγαρικές σπουδές παραμένει ζωντανό, και σε αυτό συμβάλλουν και διεθνή φόρουμ όπως τα “Βιεννέζικες Αναγνώσεις”, που ενώνουν φοιτητές οι οποίοι σπουδάζουν βουλγαρικά σε περισσότερα από 20 τμήματα. Το μέλλον, ωστόσο, απαιτεί περισσότερα από ενθουσιασμό – χρειάζεται συστηματική υποστήριξη.
Τον Νοέμβριο πρόκειται να πραγματοποιηθεί η 11η συνάντηση των βουλγαρολόγων από ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, με την οποία ανοίγει η δεύτερη δεκαετία της πρωτοβουλίας «Βιεννέζικες Αναγνώσεις»:
«Στο πλαίσιο αυτών των φοιτητικών αναγνώσεων μπορέσαμε να δούμε με χαρά πόσο μεγάλη πρόοδο σημείωσαν πρωτοετείς φοιτητές – κάποιοι από αυτούς ήδη στρέφονται προς τη διδασκαλία της βουλγαρικής γλώσσας σε διάφορα μέρη του κόσμου. Φυσικά, μιλάμε για μεμονωμένες περιπτώσεις — δεν μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μαζικό φαινόμενο, αλλά ακριβώς αυτά τα άτομα αλλάζουν την εικόνα και είναι πραγματικά μοναδικοί άνθρωποι» – συνοψίζει ο Γκέντσο Μπάνεφ.
Επιμέλεια: Σβέτλα Τόντοροβα
Στη δημοσίευση εργάστηκε / εργάστηκαν: Σβετλανα Τόντοροβα-Γκέργκοβα